Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Σκέψεις για το Πολυτεχνείο

Τιμώ και σέβομαι τους αγώνες του Πολυτεχνείου... χωρίς αστερισμούς και μεν αλλά...
Τα τελευταία χρόνια έχω αραιώσει αρκετά να συμμετέχω στις πορείες του Πολυτεχνείου. Αισθητικά και πολιτικά, θεωρώ ότι δεν κολλάω με την πλειοψηφία των συμμετεχόντων.
Δεν είμαι αντιαμερικάνος, δεν θέλω να βγει η χώρα από το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.
Δεν θέλω να αποφασίζω για το ποιος δικαιούται να καταθέσει στεφάνι. Όποιος το πιστεύει θα το κάνει.
Επίσης δεν θεωρώ ότι για όλα τα δεινά φταίει η γενιά του Πολυτεχνείου. Είναι μια συνειδητή στρεβλή απολιτίκ έκφραση να χρεωθούν όλα τα αρνητικά στην μεταπολίτευση, αλλά και σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.
Πιστεύω ότι, αντί να επαναλαμβάνουμε την καραμέλα των επίκαιρων συνθημάτων του Πολυτεχνείου, να βρούμε τα δικά μας αιτήματα-συνθήματα σαν γενιά που βάλλεται.
Την ανοικτή κοινωνία απέναντι στην οπισθοδρόμηση του συντηρητισμού, τη διασφάλιση των δομών πρόνοιας, την ανοικτή εκπαίδευση και τη δια βίου μάθηση, τη διαφάνεια και την αυτονομία της ενημέρωσης.
Τότε θα δημιουργήσουμε τα δικά μας Πολυτεχνεία.

Ο λύκος και αν έγερασε…


Αλήθεια, θα μπορούσε να θεωρηθεί ο ανασχηματισμός ένα νέο ξεκίνημα για την κυβέρνηση Τσίπρα; Θα μπορούσε να δώσει μία ώθηση σε ένα κυβερνητικό συνασπισμό που μετά από ένα χρόνο θητείας βλέπει να έχει χάσει τα ποσοστά  του δημοκοπικά, και  να έχουν μειωθεί στο μισό;
 Ο Πρωθυπουργός είναι πραγματικότητα ότι στο επίπεδο της επικοινωνίας με την ελληνική κοινωνία παίρνει πολύ καλό βαθμό. Επένδυσε πάνω στο νεανικό της ηλικίας του, στο χαμόγελο του και με την αύρα της ανανέωσης κατάφερε σημαντικές εκλογικές επιτυχίες. Επικοινωνιακά κατά τη γνώμη μου κινήθηκε και στο δίλημμα που ανέπτυξε περί παλιού και νέου, άφθαρτου και διαπλεκόμενου.  Και κατάφερε να πείσει μεγάλο μέρος της κοινωνίας, ότι εκφράζει κάτι νέο και διαφορετικό ακόμη και όταν όλοι βλέπαμε ότι ο συγκυβερνήτης του ο Πάνος Καμμένος έχει διατελέσει Υπουργός της κυβέρνησης Καραμανλή.
Σε αυτήν την ρέντα την επικοινωνιακή ποντάρει πάλι ο Πρωθυπουργός. Η τοποθέτηση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου κ. Τζανακόπουλου αλλά και η υπουργοποίηση της τριαντάχρονης κ. Αχτσιόγλου άλλωστε δείχνουν ότι το χαρτί της ανανέωσης και της φρεσκάδας θα το παίξει μέχρι τέλους η Κυβέρνηση.
Στα παραλειπόμενα του ανασχηματισμού, πλην Φίλη, ο Πρωθυπουργός έδειξε ότι δύσκολα θα αφήσει πίσω του κάποιους από τους συνεργάτες του. Πρόσωπα αμφιλεγόμενα όπως ο κ. Παππάς, ο κ. Πολάκης, η κ. Γεροβασίλη παρέμειναν στο κυβερνητικό σχήμα, που δείχνει το μήνυμα ότι το αυτί του Πρωθυπουργού δεν ιδρώνει από τις αντιδράσεις κοινωνικών ομάδων και κομμάτων. Αυτούς ξέρει αυτούς εμπιστεύεται.
Και ποια είναι η ουσία πίσω από όλα αυτά; Η γνώμη μου είναι ότι οι στόχοι της Κυβέρνησης κρύβονται πίσω από τις εξής παραμέτρους:
·         Κερδίζουν λίγο χρόνο με την αλλαγή εικόνας με τον ανασχηματισμό.
·         Προσπαθούν να ολοκληρώσουν άμεσα την δεύτερη αξιολόγηση.
·         Μπαίνουμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης του Ντράγκι.
·         Προσπαθούν να πάρουν δεσμεύσεις για το χρέος όσο πιο συγκεκριμένες γίνεται.
Η αποστολή αυτής της Κυβέρνησης θα είναι τα παραπάνω. Αν τα καταφέρει θα πάει σε εκλογές, προσπαθώντας αφενός να σταματήσει τη φθορά από την υλοποίηση του μνημονίου και αφετέρου να πείσει για τις καλύτερες μέρες που έρχονται μετά την ρύθμιση του χρέους. Αυτό θα είναι και το σύνθημα-σημαία του ΣΥΡΙΖΑ.
Και αν δεν καταφέρουμε να πάρουμε κάτι για το χρέος; Τότε θα μπει σε εφαρμογή το plan b της Κυβέρνησης. Ηρωική έξοδος με πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Οι εκλογές αυτές θα οδηγήσουν σε ήττα το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θα έχει γίνει προσπάθεια να συγκρατηθούν τα ποσοστά του και να μην υπάρξει κατάρρευση. Για αυτό και αν επικρατήσει αυτό το σενάριο, ας ετοιμαστούμε για έναν ακόμη γύρο διχαστικής στρατηγικής με «πόλεμο» στα διαπλεκόμενα κανάλια, στην καθοδηγούμενη δικαιοσύνη και δεν ξέρω ποιον άλλο εχθρό θα κατασκευάσει. Άλλωστε έχει εφαρμοστεί αυτή η στρατηγική στο παρελθόν και έχει πετύχει.

Παρόλο αυτά, η πραγματική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ σε εκλογές, θα επέλθει μόνο αν υπάρξει κάποια ελκυστική και ουσιαστική εναλλακτική επιλογή. Και δεν αναφέρομαι, στη Νέα Δημοκρατία και τον Μητσοτάκη, αλλά σε μία επιλογή που θα έχει και κάποια ελάχιστη πολιτική συγγένεια με το ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ.
Μία εναλλακτική πρόταση, κυβερνητική, από το μεσαίο χώρο, ίσως απεγκλωβισμένη από σύμβολα και έννοιες με αρνητικό πρόσημο στη συνείδηση των πολιτών, θα έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση τον Πρωθυπουργό και το κόμμα του.
Είναι σαφές, ότι μετά την στροφή του Πρωθυπουργού στην εκτέλεση των μνημονίων, αλλά και με καθημερινά παραδείγματα χειροτέρευσης της  κατάστασης, η δημοτικότητα του είναι πλέον σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Η ύπαρξη άλλης επιλογής, θα αποτελούσε καίριο χτύπημα στον ίδιο τον κ. Τσίπρα.
Ας το έχουν αυτό υπόψη, όσοι αντιστέκονται ηθελημένα ή όχι στην δημιουργία νέου πόλου στο κέντρο.




Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Οι δύο βάρκες.


Το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Συμπαράταξη στο σύνολο της εδώ και χρόνια είναι δύο πολιτικοί κόσμοι στριμωγμένοι σε έναν χώρο.
Με αφορμή τη χθεσινή ψηφοφορία για το ΕΣΡ, και από τις αντιδράσεις αρκετών στελεχών, διαπιστώνουμε ότι πλέον τα ίδια τα στελέχη του χώρου έχουν αλλού στραμμένα τα πολιτικά τους βλέμματα αναφορικά με την τοποθέτηση τους.
Γίνεται ζήτημα για τα Θρησκευτικά, συσπειρώνονται στο ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, εμφύλιος στο ΠΑΣΟΚ.
Ψηφοφορία για το ΕΣΡ, συσπείρωση στα άλλα κόμματα, εμφύλιος στο ΠΑΣΟΚ.
Εκλογικός νόμος στη Βουλή, εμφύλιος στο ΠΑΣΟΚ.
Και πόσα άλλα θέματα τον τελευταίο καιρό στα οποία δεν υπήρξε διαφορετική προσέγγιση.

Δύο κόσμοι σε έναν λοιπόν, με ταλιμπανιασμένο κόσμο από όλες τις πλευρές, έτοιμο να αλληλοσπαραχθεί, σίγουρο ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια...

Τι συμβαίνει με την Κεντροαριστερά;


Καταρχήν ξεκινώντας να πούμε ότι η ίδια η έκφραση «ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς», τείνει να εξελιχθεί σε μία γραφική πρόταση. Έχει τόσες φορές ειπωθεί που πλέον δεν αποτελεί καμία είδηση και κυρίως δεν απευθύνεται σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;
Η Κεντροαριστερά είχε σαν βασικό της πολιτικό εκφραστή τα τελευταία 40 χρόνια το ΠΑΣΟΚ. Ένα κόμμα εξουσίας, μέσα στο οποίο συγκρατούνταν πολλές διαφορετικής ιδεολογικής και πολιτικής κατεύθυνσης ομάδες και πρόσωπα. Βασικό συγκολλητικό στοιχείο ήταν τόσο η προοπτική της εξουσίας, όσο και πρόσωπα τα οποία παίζανε καταλυτικό ρόλο μέσα στο κόμμα.
Με την μη γραμμική εξέλιξη των συνεπειών του μνημονίου, αναδύθηκαν δυνάμεις που διαπέρασαν και τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας οριζόντια. Δυνάμεις που στην αρχή δειλά δειλά έβαλαν στο στόχαστρο την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Όσο περνούσαν τα χρόνια της ύφεσης, χωρίς αποτέλεσμα και κυρίως προοπτική (διαφορετική συζήτηση για ποιο λόγο απέτυχε στην Ελλάδα η εφαρμογή των μνημονίων), οι λαϊκίστικες αυτές δυνάμεις βρίσκανε έδαφος και μεγαλώνανε.
Η ύφεση και τα μνημόνια διέλυσε το ΠΑΣΟΚ, το οποίο πρώτο και μόνο του πήρε τις περισσότερες δύσκολες αποφάσεις, έχοντας  όλα τα υπόλοιπα κόμματα ( και της Νέας Δημοκρατίας σε αυτά), να το κατηγορούν μέχρι και για εθνική προδοσία.
Στα χρόνια της ύφεσης λοιπόν, τόσο η Νέα Δημοκρατία όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ, κατάφεραν να χρεώσουν στο ΠΑΣΟΚ όλα τα δεινά της μεταπολίτευσης. Δικαίως ή αδίκως είναι μια διαφορετική συζήτηση, σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, και ιδιαίτερα στη Νέα γενιά, έχει χρεωθεί στο ΠΑΣΟΚ η χρεωκοπία, η διαφθορά, η διαπλοκή κτλ.
Γιατί κάνω αυτή την αναφορά; Γιατί πολύ απλά η μη εκλογική διαμέλιση του ΠΑΣΟΚ, δεν θα είχε δημιουργήσει καμία ανάγκη για την χιλιοειπωμένη ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς. Δεν θα είχαν ξεπηδήσει τρία-τέσσερα κόμματα και δεκάδες κινήσεις που φαντάζονται τους εαυτούς τους σαν το μέλλον της προοδευτικής παράταξης και λυτρωτές της ίδιας της χώρας.
Και αυτή είναι κατά τη γνώμη μου και η ουσία του προβλήματος Κεντροαριστερά. Είναι μία κενή διαδικασία, αν απλά πάμε να προσθέσουμε τα υπάρχοντα κομμάτια του παλιού κραταιού αλλά και διαμελισμένου ΠΑΣΟΚ. Στην ουσία μία πρόσθεση κάποιων επιμέρους ποσοστών δεν θα δώσει στην πολιτική και το αναμενόμενο άθροισμα.
Την ανασυγκρότηση αυτή την κρατάνε πίσω τρεις βασικοί λόγοι, όλοι απομεινάρια του κυβερνητισμού που διακατείχε το ΠΑΣΟΚ  του 40%.
1.       Οι υπερβολικά πολλοί για τη σημερινή του δυναμική υποψήφιοι αρχηγοί. Πρόσωπα που δύσκολα θα βάλουν πίσω τα εγώ τους για να στρατευθούν σαν απλοί στρατιώτες σε μία μάχη επιβίωσης.
2.       Η πολιτική και ιδεολογική κάποιες φορές διχοτόμηση του χώρου ανάμεσα σε ένα πιο φιλοευρωπαϊκό μέτωπο, το οποίο αναγκαστικά σε φέρνει και σε επαφή και συνεργασία με τη ΝΔ, και σε μία πιο παλαιοκομματικής τύπου αριστερίζουσα προσέγγιση που ξυπνάει αντιδεξιά αντανακλαστικά. Ο χώρος της κεντροαριστεράς μη όντα πλέον πλειοψηφικός, δεν μπορεί να καλύψει πλέον εύκολα αυτές τις διχογνωμίες, που εκφράζονται και δημόσια και σε έντονο βαθμό.
3.       Ο κυβερνητισμός και η αλαζονεία και σήμερα ακόμη και των μεσαίων στελεχών, που ζυμώθηκαν πολιτικά μέσα από ένα κόμμα πλειοψηφίας. Είναι η λογική της απόλυτης αυθεντίας, που τους απομακρύνει από την προοπτική της σύγκλισης και της συνεργασίας.

Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν προχωράει η ανασυγκρότηση, μέσα από επιτροπές και ξανά επιτροπές. Και μέσω ατόμων που ξαναλέω δικαίως ή αδίκως, έχουν στιγματιστεί από την πλειοψηφία της κοινωνίας.
Και αν προσθέσουμε σε όλα τα παραπάνω και τα παιχνίδια εξουσίας των κομμάτων του χώρου, των στελεχών που θέλουν να γίνουν επικεφαλής, αλλά και των στελεχών που απαρτίζουν τους υπάρχοντες κομματικούς μηχανισμούς και δεν θέλουν να χάσουν την πίτα εξουσίας που έχουν, θα δούμε γιατί κινείται με τόσο αργούς ρυθμούς, αλλά και γιατί δεν συμβολίζει κάτι για την κοινωνία.


Λύση θα ήταν μία κίνηση από άτομα που έχουν μία αναγνωρισιμότητα, τα οποία όμως δεν έχουν διαχειριστεί κυβερνητική εξουσία για να τους χρεωθεί κάτι και τα οποία θα μπορούσαν να δώσουν ένα κίνητρο στα απλά στελέχη του χώρου. Πράγμα δύσκολο έως ακατόρθωτο. Οπότε θα απομένει να δούμε στις προσεχείς εκλογές αν η δημοσκοπική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ θα δώσει και δύο με τρεις μονάδες στα κόμματα του χώρου.