Η μεγάλη στροφή που έκανε η πόλη το
2010 με τη νίκη της Πρωτοβουλίας και την ανάδειξη του Γιάννη Μπουτάρη σε
δήμαρχο, ήταν μια κραυγή αγωνίας. Ήταν η συλλογική αντίδραση των πολιτών της
Θεσσαλονίκης που είδαν επί είκοσι χρόνια όλες τις ευκαιρίες να περνάνε χωρίς να
αξιοποιούνται. Ήταν μία υγιής αντίδραση όλων ημών που απαιτήσαμε, σε μία
κρίσιμη στιγμή, την αλλαγή πλεύσης.
Στην αρχή της κρίσης και πριν
φανούν ακόμα οι συνέπειές της σε πλήρη έκταση, οι δύο μεγάλες πόλεις της
Ελλάδας – και η Αθήνα- έκαναν το απαραίτητο βήμα. Άλλαξαν και προχώρησαν.
Οι σημερινές συνθήκες είναι πολύ
διαφορετικές από αυτές που επικρατούσαν μόλις πριν από τέσσερα χρόνια. Όλες
σχεδόν οι βεβαιότητες που δομούσαν την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα
της χώρας έχουν αποδιαρθρωθεί. Η τοπική αυτοδιοίκηση εκ των πραγμάτων δεν
μπορεί παρά να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Άλλαξαν οι προτεραιότητες και οι
ιεραρχήσεις των πόλεων και των δημοτικών αρχών. Άλλαξαν οι οικονομικές
δυνατότητες και αυξήθηκαν οι απαιτήσεις σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που το
χαρακτηρίζει η οξεία κοινωνική πόλωση και βίαιη υποβάθμιση του βιοτικού
επιπέδου των πολιτών λόγω των εισοδηματικών απωλειών.
Παρόλες αυτές τις μεταβολές, η
Θεσσαλονίκη προχώρησε. Αναπτύχθηκε ένα αίσθημα κοινωνικής συνευθύνης που έφερε
αποτελέσματα. Ανταποκρίθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό τόσο στις νέες επιτακτικές
ανάγκες όσο όμως και στο αρχικό αίτημα των πολιτών της – αίτημα που έφερε την
αλλαγή.
Να προχωρήσει η πόλη, να πάει
μπροστά, να συνδεθεί με τις παγκόσμιες εξελίξεις, να ακολουθήσει και να
παρακολουθήσει τις αλλαγές, να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες. Να πάψει να είναι
απομονωμένος ακρίτας ενός αυτοαναφορικού παρελθόντος και να εκμεταλλευτεί όλα
εκείνα τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Αυτό ήταν και παραμένει εν πολλοίς το στοίχημα.
Πολλές φορές, όταν η συζήτηση
περιστρέφεται γύρω από την τοπική αυτοδιοίκηση και τις δημοτικές αρχές οι
περισσότεροι επικεντρώνουν στα ζητήματα καθαριότητας, κυκλοφοριακού προβλήματος
και ίσως και αστικού περιβάλλοντος με έμφαση στην δημιουργία χώρων πρασίνου.
Αναμφίβολα αυτά είναι ζητήματα σημαντικά για μία πόλη.
Δεν πρέπει όμως να περιοριζόμαστε
μόνον σε αυτά. Η συζήτηση πρέπει να περιστραφεί και γύρω από το πως πρέπει να
αναπτυχθεί η πόλη και το πως μπορεί να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις που
δημιουργούνται. Ζητήματα που αφορούν στη διαχείριση των απορριμμάτων, στο θέμα
της ενέργειας, στο θέμα της αξιοποίησης και της διαχείρισης του όποιου
κτιριακού αποθέματος πρέπει να προστεθούν στον υπάρχοντα δημόσιο διάλογο.
Η Θεσσαλονίκη παρά την οικονομική
κρίση πρέπει να σχεδιάσει το μέλλον της. Στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ενοποίησης
αλλά και της παγκοσμιοποίησης η δυνατότητα μετακίνησης των επιχειρήσεων, του
κεφαλαίου και των ανθρώπων έχει μετατρέψει τις πόλεις σε «παίκτες» που
ανταγωνίζονται για την προσέλκυση κεφαλαίου και επιχειρήσεων με στόχο την
αναπτυξιακή τους προοπτική. Αυτός είναι απαιτητικός στόχος καθώς το πεδίο
σύγκρισης και ανταγωνισμού είναι ευρύ. Σύγχρονες υποδομές μεταφορών,
τηλεπικοινωνιών, αστικό τοπίο, πολιτιστικές δραστηριότητες δημιουργούν μια
θελκτική πρόσταση. Το ερώτημα διατυπώνεται συνεχώς. Με ποίον τρόπο στη
μεταβιομηχανική εποχή θα μετατρέψουμε σε
πλεονέκτημα τα «απομεινάρια» της προηγούμενης με στόχο να μειώσουμε την
ανεργία, να δημιουργήσουμε ευκαιρίες εργασίας, νέα εισοδήματα και κοινωνικές
υποδομές.
Συνοψίζοντας, υποστηρίζω εδώ ότι η
πόλη μας βρίσκεται μπροστά σε μία μείζονα πρόκληση. Πρέπει ταυτόχρονα να
ανταποκριθεί σε πολλές ανάγκες.
·
Πρώτη, η συνέχιση της προσπάθειας να καλύψει το χαμένο
έδαφος των προηγούμενων 25 ετών.
·
Δεύτερη να ανταποκριθεί με επάρκεια στις προκλήσεις
της οικονομικής κρίσης, να αποτρέψει τη φτωχοποίηση, τη διεύρυνση των
ανισοτήτων που δεν είναι μόνο εισοδηματικές.
·
Τρίτη να καταφέρει να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μια
αναπτυξιακή προοπτική που θα την εντάξει στις πόλεις που τα καταφέρνουν και
βλέπουν το μέλλον με αισιοδοξία.
Είναι τρεις
όχι τόσο διακριτές ατζέντες που όμως πρέπει να υπηρετηθούν συνδυαστικά. Εκτιμώ
πως η το 2010 έγινε η αρχή. Αξίζει αυτή η προσπάθεια να συνεχίσει.
