Έτσι απλά, σήμερα παίρνει τέλος και τυπικά η σχέση του πρώην Πρωθυπουργού Κ. Σημίτη με τον Πρόεδρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γ.Παπανδρέου. Και όλα αυτά συνέβησαν με δύο επιστολές, η τελευταία των οποίων οδήγησε ουσιαστικά στην αποπομπή από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. του πρώην Πρωθυπουργού.
Το ερώτημα βέβαια είναι αν ήταν τόσο σοβαρός λόγος η διαφωνία για το ζήτημα του δημοψηφίσματος, ώστε να δημιουργηθεί όλη αυτή η αλυσιδωτή αντίδραση, ή αν στο μυαλό του Κ. Σημίτη ήταν να δημιουργήσει ένα ζήτημα για να διαφοροποιήσει τη θέση του από τις επιλογές του Γ. Παπανδρέου. Η δική μου ανάγνωση των πραγμάτων λέει ότι μέσα στη σημερινή συγκυρία, όπου το βασικό πρόβλημα του Έλληνα πολίτη είναι η ακρίβεια, η διαφωνία για το ζήτημα του δημοψηφίσματος για τη επικύρωση ή όχι της Συνθήκης της Λισαβώνας, σαφώς και δεν είναι από τις προτεραιότητες του ενδιαφέροντος των πολιτών. Επομένως τόσο η πρώτη επιστολή τόσο και η αντίδραση του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. αποτελούν απλά τις κορυφές δύο παγόβουνων που διανύουν αντίθετες πορείες εδώ και πολύ καιρό.
Είναι προφανές ότι η ηγετική ομάδα του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει επιλέξει την σχεδόν απόλυτη διαφοροποίηση σε σχέση με τις πολιτικές επιλογές του Κ. Σημίτη όπως αυτές υλοποιήθηκαν την περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Η απόφαση αυτή οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, ένας εκ των οποίων αρκετά βασικός είναι ότι η ηγετική αυτή ομάδα απαρτίζεται από ανθρώπους που σε εκείνη την περίοδο αποτελούσαν την εσωκομματική αντιπολίτευση μέσα στο κίνημα και ποτέ δεν κατάφεραν να χωνέψουν πως ο μη εκλεκτός του Ανδρέα Παπανδρέου κατάφερε να κερδίσει το κόμμα. Ήταν επομένως αυτοί που σε όλη αυτήν την περίοδο, που απέφερε και δυο εκλογικές νίκες για το κίνημα, δεν είχαν συντελέσει παρά στο ελάχιστο για τις αλλαγές που επέφερε ο Κ. Σημίτης στην ελληνική κοινωνία και το κράτος. Σήμερα, αλλά και γενικότερα τα τελευταία χρόνια συμβουλεύουν και συνδιαχειρίζονται με τον Πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ το κόμμα, με μια ρεβανσιστική και παλαιοκομματική αντίληψη που έχει οδηγήσει σε πολιτικές και οργανωτικές επιλογές τα αποτελέσματα των οποίων τα διακρίνουμε εμφανώς όλοι μας.
Από την άλλη πλευρά, ο πρώην Πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εκτιμώ ότι θα έπρεπε αρκετά νωρίτερα να έχει τοποθετηθεί για ζητήματα πολύ πιο σοβαρά και με μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ελληνική κοινωνία, έτσι ώστε να αποτελέσει και ένα σημείο αναφοράς για όσους μέσα στο κίνημα ήθελαν να ακούσουν κάτι διαφορετικό από τις υπάρχουσες αντιλήψεις και πρακτικές. Γιατί είναι επίσης προφανές ότι όσο μικρό και αν πιστεύουν ότι είναι κάποιοι το κομματικό ακροατήριο του πρώην Προέδρου, τόσο μεγαλύτερη είναι η κοινωνική αναφορά του.
Η διαχείριση η σημερινή του κόμματος είναι σαφές ότι δεν έχει οδηγήσει ακόμη στα επιθυμητά αποτελέσματα.. Κυρίως δεν έχει καταφέρει να οδηγήσει στο να υπερκεράσει το ΠΑΣΟΚ την ιδεολογική και πολιτική υπεροχή της κυβέρνησης. Η επιλογή της ηγετικής ομάδας φαίνεται να είναι ο αποχαρακτηρισμός του πρόσφατου παρελθόντος μας και ο ανταγωνισμός με τον ΣΥΡΙΖΑ για το ποιος εκφράζει περισσότερο το χώρο της «αριστερής» αντιπολίτευσης. Δυστυχώς με αυτή την επιλογή απομακρυνόμαστε από τον μεσαίο και δυναμικό χώρο που για δυο εκλογικές διαδικασίες μας έδωσε τη νίκη. Πιστεύω ότι βασική πολιτική επιλογή θα έπρεπε να είναι ο νέος προγραμματικός λόγος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να είναι πάνω στη βάση της διακυβέρνησης 1996-2004, η οποία στη συνείδηση του κόσμου αποτελεί και μία δημιουργική και αποδοτική περίοδο.
Μήπως τελικά η άκριτη «στροφή στα αριστερά» αποτελεί παρά ένα παρωχημένο σύνθημα και η νίκη στις επόμενες εκλογές είναι προς άλλη κατεύθυνση;
Πέμπτη 12 Ιουνίου 2008
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
